ΡΟΥΠΑΚΙΩΤΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ
ΔΙΔΟΤΟΥ 9-11– 10680 ΑΘΗΝΑ
Τηλέφωνα: 3624626 – 3624884 – 3302872
Telefax 3617647 – e-mail:
roupakiotis.lawfirm@gmail.com ……………………………………………………………………………….………………………………………………………………………
Αθήνα, 10 Αυγούστου 2026
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ
Από την Ένωση Συνταξιούχων της Τράπεζας της Ελλάδος «ΣΥΝΑΔΕΛΦΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ»
μας ζητήθηκε να γνωμοδοτήσουμε για τα παρακάτω ζητήματα, που αφορούν στον
τρόπο υπολογισμού της σύνταξης σε εξερχόμενους λόγω συνταξιοδότησης μετά την
1.1.2015 από την Τράπεζα της Ελλάδος υπαλλήλους της.
Ειδικότερα ερωτηθήκαμε:
1. Εάν νόμιμα η Τράπεζα υπολογίζει γι’ αυτήν τη κατηγορία τη βασική
σύνταξη, ύψους 373 ευρώ (κατά τον χρόνο θέσπισης του άρθρου 10Α),
πολλαπλασιάζοντάς την με τα έτη που έχει συμπληρώσει ο ασφαλισμένος μετά την
1-1-2011 και μέχρι τον χρόνο υποβολής αίτησης για συνταξιοδότηση και
διαιρώντας εν συνεχεία το γινόμενο δια του 35 («Βασική σύνταξη Χ έτη/35»).
2. Εάν νόμιμα η Τράπεζα κατά τον υπολογισμό της αναλογικής σύνταξης δεν
συνυπολογίζει «στο σύνολο των αποδοχών», τις αμοιβές για υπερωριακή –
νυχτερινή κλπ απασχόληση, που ελάμβανε ο ασφαλισμένος κατά το χρονικό
διάστημα από 1-1-2011 έως και τον τελευταίο πριν από την υποβολή της αίτησης
για συνταξιοδότησή του μήνα.
3. Εάν η Τράπεζα της Ελλάδας (ΤτΕ)
νόμιμα εφαρμόζει συντελεστή 70% και όχι
77%, που ίσχυε κατά την 31.12.2010
(βλ. παρ. 11ε άρθρου 2 Ν. 3029/2002), στο τμήμα υπολογισμού της σύνταξης για
το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως και 31-12-2010.
Ως προς το πρώτο ερώτημα:
Α.
Διατάξεις που λαμβάνονται υπ’ όψιν κατά χρονολογική σειρά:
Ø Άρθρο 1 του ν. 3655/2008 (Α΄ 58), σύμφωνα με το οποίο το ΤΣΠ - ΤΕ, μεταξύ
άλλων Ταμείων, εντάχθηκε στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο
Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), σύμφωνα δε με την παρ. 2 του άρθρου 2 του
ίδιου νόμου, οι ασφαλισμένοι του ΤΣΠ -ΤΕ υπήχθησαν στην ασφάλιση του ΙΚΑ -
ΕΤΑΜ και διέπονταν ως προς τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης και τον τρόπο
υπολογισμού της σύνταξής τους από τις διατάξεις της νομοθεσίας του ΤΣΠ - ΤΕ.
Ø Ν. 3863/2010 (Α΄ 115) «Νέο Ασφαλιστικό Σύστημα και συναφείς διατάξεις,
ρυθμίσεις στις εργασιακές σχέσεις» (Α΄ 115), και συγκεκριμένα το άρθρο 64
του νόμου αυτού, το οποίο έχει τίτλο «Ασφάλιση του προσωπικού της Τράπεζας
της Ελλάδος» και σύμφωνα με το οποίο:
«1. Από την 1.1.2011 η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) αναλαμβάνει και
ενεργεί την κοινωνική ασφάλιση του προσωπικού της, ως προς τους κλάδους
κύριας και επικουρικής σύνταξης.
Ασφαλιστέα πρόσωπα είναι αυτά που ορίζονται στο άρθρο 6 του Καταστατικού
του πρώην ΤΣΠ-ΤΕ (ΦΕΚ 174 Β΄, απόφαση Υπουργού Εθνικής Οικονομίας
21545/1927), καθώς και στο άρθρο 2 του Καταστατικού του καταργούμενου με
το άρθρο αυτό Μετοχικού Ταμείου ΤτΕ.
Από την ίδια ως άνω ημερομηνία
παύει η ασφάλιση των ανωτέρω προσώπων στον κλάδο σύνταξης του ΙΚΑ -
ΕΤΑΜ
και καταργείται το ‘’Μετοχικό Ταμείο Υπαλλήλων Τράπεζας της Ελλάδος’’.
[…..]
Οι έως την 31.12.2010 συνταξιούχοι του πρώην ΤΣΠ/ΤΕ - ΙΚΑ/ΕΤΑΜ
και του καταργούμενου Μετοχικού Ταμείου Υπαλλήλων Τράπεζας της Ελλάδος
καθίστανται συνταξιούχοι της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία βαρύνεται στο
εξής με την καταβολή των συντάξεων τους.
Ο καθορισμός του χρόνου ασφάλισης, το είδος και το ύψος των παροχών, το
ύψος των εισφορών, ο υπολογισμός του ποσού της σύνταξης και οι
προϋποθέσεις συνταξιοδότησης
διέπονται αντιστοίχως από τις διατάξεις του καταστατικού του πρώην
ΤΣΠ-ΤΕ, όπως διαμορφώνονται με τις γενικές διατάξεις νόμων, τις διατάξεις του
παρόντος νόμου,
του Καταστατικού του ‘’Μετοχικού Ταμείου Υπαλλήλων Τράπεζας της Ελλάδος’’
και τις γενικές διατάξεις νόμων.
Οι διατάξεις αυτές καθίστανται καταστατικές διατάξεις της Τράπεζας της
Ελλάδος, ως φορέα ασφάλισης του προσωπικού της, μεταφέρονται δε σε αυτήν όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των
ασφαλισμένων και συνταξιούχων των κλάδων της παραγράφου 1 του άρθρου
αυτού.
Οι καταστατικές αυτές διατάξεις, προσαρμοσμένες ως ανωτέρω,
τροποποιούνται: α) με απόφαση του Συμβουλίου Ασφάλισης της Τράπεζας της Ελλάδος,
εγκρινόμενη από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας της Ελλάδος, προκειμένου
για θέματα του Καταστατικού του Μετοχικού Ταμείου Υπαλλήλων Τράπεζας της
Ελλάδος,
β) με απόφαση του Συμβουλίου Ασφάλισης της Τράπεζας της Ελλάδος,
εγκρινόμενη από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης,
προκειμένου για καταστατικές διατάξεις του πρώην ΤΣΠ-ΤΕ.[….].
Όπου από τις ισχύουσες γενικές διατάξεις νόμων ρυθμίζεται ζήτημα που
αφορά τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους του πρώην ΤΣΠ - ΤΕ ή εν
γένει των πρώην Ειδικών Ταμείων, η ρύθμιση αφορά και τους ασφαλισμένους
και συνταξιούχους της Τράπεζας της Ελλάδος…
4.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ρυθμίζεται
κάθε ζήτημα που τυχόν ανακύπτει κατά την εφαρμογή του άρθρου
αυτού».
Ø To
άρθρο 10 Α της υπ’ αριθμ. Φ11321/57613/2541/16-1-2020 απόφασης του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών
Υποθέσεων με τίτλο «Έγκριση της αριθμ. 9/22.11.2019 απόφασης του Συμβουλίου
Ασφάλισης της Τράπεζας της Ελλάδος για τη συμπλήρωση του Καταστατικού του
πρώην Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού Τραπέζης της Ελλάδος (ΤΣΠ - TE)» (Β΄
26/16.1.2020),
η οποία (απόφαση) εκδόθηκε
κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων της παρ. 1 σε συνδυασμό με την παρ.
4 του πιο πάνω άρθρου 64 του ν. 3863/2010 και σύμφωνα με τη διαδικασία
που περιγράφεται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού
και μ’ αυτήν εγκρίθηκε η 9/22.11.2019 απόφαση του Συμβουλίου Ασφάλισης της
Τράπεζας της Ελλάδος για τη συμπλήρωση του Καταστατικού του πρώην ΤΣΠ -
TE, με την προσθήκη του άρθρου 10Α μετά το άρθρο 10 του Καταστατικού
αυτού.
Με την απόφαση αυτή, όπως ισχύει, ορίζονται τα εξής:
«ΑΡΘΡΟ 10Α ΡΥΘΜΙΣΗ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ
ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ»
1. Συνταξιούχοι μετά την 1.1.2015
Η σύνταξη ασφαλισμένων στην Τράπεζα της Ελλάδος που αποχωρούν και
συνταξιοδοτούνται μετά την 1.1.2015 περιλαμβάνει:
α) τμήμα σύνταξης που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισής τους μέχρι
31.12.2010 και υπολογίζεται με βάση τα ποσοστά και τις συντάξιμες
αποδοχές ή ασφαλιστικές κατηγορίες ή τα οριζόμενα κατ` έτος ποσά
συντάξεων της ισχύουσας μέχρι 31.12.2014 νομοθεσίας και
β) τμήμα σύνταξης που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισής τους από 1.1.2011
και μέχρι την ημερομηνία συνταξιοδότησής τους. Το ποσό αυτό προκύπτει
από το άθροισμα της βασικής και της αναλογικής σύνταξης που υπολογίζεται
για κάθε πλήρες έτος, ως κατωτέρω.
2. Βασική σύνταξη
α)
Το ποσό της βασικής σύνταξης δεν αναλογεί σε ασφαλιστικές εισφορές και
καθορίζεται στο ποσό των τριακοσίων εβδομήντα τριών (373) ευρώ μηνιαίως,
για 12 μήνες. Το ποσό αυτό αναπροσαρμόζεται σε ετήσια βάση, με συντελεστή που διαμορφώνεται
κατά 50% από τη μεταβολή του ΑΕΠ και κατά 50% από τη μεταβολή του Δείκτη
Τιμών Καταναλωτή του προηγούμενου έτους. Σε καμία πάντως περίπτωση η
αύξηση δεν μπορεί να υπερβαίνει την ετήσια μεταβολή του Δείκτη Τιμών
Καταναλωτή,
ενώ μείωση του ποσού της βασικής σύνταξης αποκλείεται.
β) Το ποσό της βασικής σύνταξης μειώνεται για τους συνταξιούχους λόγω
γήρατος κατά 1/35 για κάθε χρόνο που υπολείπεται των τριάντα πέντε (35)
ετών διαμονής στην Ελλάδα, μεταξύ του 15ου και του 67ου έτους της ηλικίας.
Μειώνεται επίσης στις περιπτώσεις θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος
μειωμένης σύνταξης λόγω γήρατος, καθώς και χορήγησης σύνταξης λόγω
θανάτου.
Η μείωση της βασικής σύνταξης προκειμένου για τους ασφαλισμένους που
λαμβάνουν μειωμένη σύνταξη γήρατος, ανέρχεται σε 1/200 για κάθε μήνα που
υπολείπεται για τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας πλήρους συνταξιοδότησης
και μέχρι εξήντα (60) μήνες κατ` ανώτατο όριο.
Στις περιπτώσεις χορήγησης σύνταξης λόγω θανάτου, το ποσό της βασικής
σύνταξης προσδιορίζεται για τον επιζώντα σύζυγο και κάθε συνδικαιούχο με
βάση το δικαιούμενο ποσοστό σύνταξης λόγω θανάτου.
γ) Προκειμένου για τέκνα, η καταβολή του εν λόγω ποσοστού της βασικής
σύνταξης παύει με τη συμπλήρωση των ορίων ηλικίας που ορίζονται από τη
νομοθεσία. Το καταβαλλόμενο σε αυτά ποσοστό, μετά τη διακοπή χορήγησής
του, προστίθεται στο ποσοστό που χορηγείται στο δικαιούχο επιζώντα σύζυγο
και μέχρι το ποσοστό της δικαιούμενης σύνταξης. Εάν ο συνταξιούχος λόγω
θανάτου λαμβάνει και σύνταξη εξ ιδίου δικαιώματος από την Τράπεζα της
Ελλάδος ή άλλον Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης, δικαιούται βασική/εθνική
σύνταξη (ήτοι σύνταξης που δεν αναλογεί σε ασφαλιστικές εισφορές) μόνο για
την εξ ιδίου δικαιώματος σύνταξη. Εάν λαμβάνει περισσότερες της μίας
συντάξεις λόγω θανάτου από την Τράπεζα της Ελλάδος και άλλον Φορέα
Κοινωνικής Ασφάλισης, δικαιούται μία βασική/εθνική σύνταξη, κατ` επιλογή
του. Σε περίπτωση επιμερισμού της εξ ιδίου δικαιώματος σύνταξης μεταξύ
δικαιούχου και τέκνων, το ποσό της βασικής σύνταξης κατανέμεται κατά τα
ίδια ποσοστά.
δ) Προκειμένου για συνταξιούχους
εξ ιδίου δικαιώματος που λαμβάνουν περισσότερες της μίας συντάξεις,
χορηγείται μία βασική/εθνική σύνταξη. Ο αρμόδιος φορέας για καταβολή της
ανωτέρω σύνταξης, σε αυτή την κατηγορία συνταξιούχων, καθορίζεται άπαξ,
κατ` επιλογή του ασφαλισμένου, με σχετική δήλωσή του. Στην περίπτωση
συνταξιούχου ή δικαιούμενου μίας πλήρους και μίας μειωμένης κύριας
σύνταξης, το ποσό της χορηγούμενης σύνταξης της παρούσας παραγράφου είναι
πλήρες και καταβάλλεται από το φορέα που χορηγεί την πλήρη σύνταξη.
ε) Η εφαρμογή των παραπάνω
διατάξεων γίνεται με την επιφύλαξη των ρυθμίσεων περί προστασίας των
πολιτών των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και των σχετικών
συμβάσεων που έχει κυρώσει η Ελλάδα.
3. Αναλογική σύνταξη
α) Ως μηνιαίες συντάξιμες
αποδοχές για τον υπολογισμό της αναλογικής σύνταξης γήρατος, αναπηρίας και
θανάτου,
λογίζεται το πηλίκο της διαίρεσης του
σ υ ν ό λ ο υ των μηνιαίων
αποδοχών, πλην εκείνων του μήνα υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης κ α
ι χ ω ρ ί ς υπολογισμό
επιδομάτων εορτών και αδείας, που έλαβε ο ασφαλισμένος από 1.1.2011 και
επί των οποίων καταβλήθηκαν ασφαλιστικές εισφορές, διά του αριθμού των
μηνών απασχόλησης του ασφαλισμένου εντός της χρονικής αυτής
περιόδου.
Η μηνιαία σύνταξη των ανωτέρω, υπολογίζεται για κάθε πλήρες έτος
ασφάλισης, με βάση ποσοστά επί των προβλεπομένων συντάξιμων αποδοχών ως
ακολούθως:[....]
6. Ισχύς διατάξεων
Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου
συμπληρώνουν και δεν θίγουν τις υπόλοιπες διατάξεις του Καταστατικού,
ιδίως δε αυτές του άρθρου 10, κατισχύοντας πάντως εκείνων σε περίπτωση
σύγκρουσης».
Β.
Όπως συνάγεται από τις παραπάνω διατάξεις, με την υπ’ αριθμ. Φ11321/57613/2541/16-1-2020
υπουργική απόφαση θεσπίστηκε
ν έ ο ς τρόπος υπολογισμού των συντάξεων που χορηγούνται στους
συνταξιοδοτηθέντες μετά την 1.1.2015 από την Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, ενεργεί ως φορέας κοινωνικής ασφάλισης.
Η σύνταξη αυτή αποτελείται από
δύο τμήματα:
1. Από το τμήμα που αντιστοιχεί στον χρόνο ασφάλισης
πριν από την 31.12.2010
και
2. Από το τμήμα που αντιστοιχεί στον χρόνο ασφάλισης
μετά την 1.1.2011,το οποίο
προκύπτει
από το άθροισμα της «βασικής» και της «αναλογικής» σύνταξης.
Ειδικότερα, το ποσό της βασικής σύνταξης δεν αναλογεί σε ασφαλιστικές εισφορές
και
καθορίζεται στο ποσό των τριακοσίων εβδομήντα τριών (373) ευρώ μηνιαίως
(αναπροσαρμοζόμενο σε ετήσια βάση), για 12 μήνες,
ενώ μείωση του ποσού της βασικής σύνταξης αποκλείεται.
Για τον καθορισμό του ύψους του υπολοίπου της χορηγούμενης σύνταξης στην
παραπάνω κατηγορία συνταξιούχων λαμβάνονται υπόψη
οι αποδοχές που ελάμβανε ο συνταξιούχος όσο εργαζόταν και ο διανυθείς
χρόνος ασφάλισής του, εφαρμοζομένων δύο διαφορετικών τρόπων υπολογισμού
για τα ποσά της σύνταξης που αντιστοιχούν στο χρόνο ασφάλισης πριν και
μετά την 1η.1.2011, με συνέπεια η απονεμόμενη σύνταξη να διαμορφώνεται τελικώς σε ποσό, το
οποίο αναλύεται σε άθροισμα επί μέρους ποσών σύνταξης:
σύνταξη που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισης πριν από την 31.12.2010 +
αναλογική σύνταξη που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισης μετά την 1.1.2011 +
βασική σύνταξη,
{βλ. για τα παραπάνω απόφαση ΣτΕ
2307/2023}
Με βάση αυτά είναι πρόδηλη η βούληση του Συμβουλίου Ασφάλισης της Τράπεζας
της Ελλάδος,
να είναι η βασική σύνταξη σταθερή και ακέραια, γι’ αυτό στην απόφασή του με αριθμ. 9/22.11.2019 για τη συμπλήρωση του
Καταστατικού του ΤΣΠ-ΤΕ
αναφέρεται ρητά
στην
παρ.2 περ. α, ότι το ποσό
373 ευρώ μηνιαίως, που έχει
θεσπιστεί ως βασική σύνταξη
μη αναλογούσα σε ασφαλιστικές εισφορές
και αναπροσαρμοζόμενη σε ετήσια
βάση, υπό τους ειδικότερους όρους που προβλέπονται στη διάταξη και παραπάνω
αναφέρονται,
είναι σταθερό,
ανεξάρτητα από τα έτη ασφάλισης
που συγκεντρώνει μετά την 1-1-2011 ο εξερχόμενος από την Τ.τ.Ε., λόγω
συνταξιοδότησης μετά την 1-1-2015,
με μόνη προϋπόθεση τη διαμονή του στην Ελλάδα για τουλάχιστον 35 έτη
μεταξύ του 15ου και του 67ου έτους της ηλικίας. {βλ. και απόφαση ΣτΕ
2307/2023}
Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα, ότι
ρητά στη παρ. 2 περ. β
του άρθρου 10 Α ορίζονται,
κατά τρόπο συγκεκριμένο και αποκλειστικό,
οι περιπτώσεις, στις οποίες προβλέπεται μείωση του ποσού της βασικής
σύνταξης, είναι οι εξής:
α.
Για τους συνταξιούχους λόγω γήρατος
κατά 1/35 για κάθε χρόνο που υπολείπεται των τριάντα πέντε (35) ετών διαμονής στην Ελλάδα, μεταξύ του 15ου και του 67ου έτους της ηλικίας.
β.
Κατά τη χορήγηση σύνταξης λόγω θανάτου, όπου το ποσό της βασικής σύνταξης
προσδιορίζεται για τον επιζώντα σύζυγο και κάθε συνδικαιούχο
με βάση το δικαιούμενο ποσοστό σύνταξης λόγω θανάτου.
γ.
Για τους ασφαλισμένους που λαμβάνουν
μειωμένη σύνταξη λόγω γήρατος,
κατά 1/200 για κάθε μήνα που υπολείπεται για τη συμπλήρωση του ορίου
ηλικίας πλήρους συνταξιοδότησης και μέχρι εξήντα (60) μήνες κατ` ανώτατο όριο.
Κατά συνέπεια επισημαίνεται, ότι με τις διατάξεις του άρθρου 10Α
του Καταστατικού του ΤΣΠ–ΤΕ
θεσπίστηκε αυτοτελής τρόπος υπολογισμού της σύνταξης για όσους
αποχωρούν από την ΤτΕ μετά την 1-1-2015,
γι’ αυτό και οποιαδήποτε συσχέτισή τους
με άλλες νομικές διατάξεις
όπως με τα άρθρα 1-4 ν. 3863/2010, οι οποίες μάλιστα καταργήθηκαν ρητά
με τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 4 ν. 4387/2016,
είναι προφανέστατα εσφαλμένη και επιβλαβής για τους συνταξιούχους, διότι κατά ρητή διατύπωση της παρ.6 του άρθρου 10Α , οι
διατάξεις αυτού «συμπληρώνουν και δεν θίγουν τις υπόλοιπες διατάξεις του Καταστατικού,
ιδίως δε αυτές του άρθρου 10,
κατισχύοντας πάντως εκείνων σε περίπτωση σύγκρουσης».
Άλλωστε, ήδη με το άρθρο 2, υπό τον τίτλο «Εννοιολογικοί προσδιορισμοί» του
ν.4387/2016, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την
αντικατάστασή του από το άρθρο 22 του ν. 4670/2020 (Α΄43), ορίζεται ότι η
κύρια σύνταξη που χορηγείται από τον συσταθέντα με τον ίδιο νόμο Ενιαίο
Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ) υπολογίζεται εφεξής ως το άθροισμα δύο
τμημάτων: της «εθνικής σύνταξης» του άρθρου 7 και της «ανταποδοτικής
σύνταξης» του άρθρου 8, με την παρ. 6 του άρθρου 7 δε του ίδιου νόμου, για την πρώτη εφαρμογή του, η εθνική σύνταξη ορίζεται σε τριακόσια ογδόντα
τέσσερα (384) ευρώ μηνιαίως και καταβάλλεται
ακέραια, εφόσον έχουν συμπληρωθεί τουλάχιστον 20 έτη ασφάλισης.
Όπως, εξάλλου, έγινε δεκτό και με την υπ’ αριθμ. 2307/2023 απόφαση του
ΣτΕ:
«….Το ποσό της «βασικής» σύνταξης, στην περίπτωση χορήγησης πλήρους σύνταξης εξ ιδίου δικαιώματος σε
διαμένοντα στην Ελλάδα για τουλάχιστον 35 έτη,
ανέρχεται στο σ τ α θ ε ρ ό ποσό των 373 ευρώ..»
(βλ. σκέψη 13), το δε ποσό της αναλογικής σύνταξης
κυμαίνεται ανάλογα με
τις συντάξιμες αποδοχές, το χρόνο ασφάλισης και το συντελεστή αναπλήρωσης
,
κατά τα ειδικότερα οριζόμενα
στην πιο πάνω υπουργική απόφαση.»
Έτσι, με βάση όσα παραπάνω αναφέρονται, το πρώτο τμήμα της σύνταξης
υπολογίζεται με βάση τα ποσοστά και τις συντάξιμες αποδοχές ή ασφαλιστικές
κατηγορίες, ή τα οριζόμενα κατ’ έτος ποσά συντάξεων της ισχύουσας μέχρι
31.12.2014 νομοθεσίας.
Ως προς το δεύτερο τμήμα της σύνταξης, το οποίο προκύπτει
ως άθροισμα της βασικής και της αναλογικής σύνταξης,
η μεν βασική σύνταξη ορίζεται
ως το σταθερό ποσό των 373 ευρώ (αναπροσαρμοζόμενο ετησίως), η δε αναλογική σύνταξη γήρατος, αναπηρίας και θανάτου λογίζεται
ως το πηλίκο της διαίρεσης του
συνόλου των μηνιαίων αποδοχών, πλην εκείνων του μήνα υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης και χωρίς
υπολογισμό επιδομάτων εορτών και αδείας, που έλαβε ο ασφαλισμένος από
1.1.2011 και επί των οποίων καταβλήθηκαν ασφαλιστικές εισφορές,
δια του αριθμού των μηνών απασχόλησης του ασφαλισμένου εντός της
χρονικής αυτής περιόδου.
Με βάση τα παραπάνω διατυπώνουμε την άποψη, ότι εσφαλμένα η ΤτΕ :
1. Προβαίνει σε μείωση
του ποσού της βασικής σύνταξης, η οποία αποκλείεται από τη διάταξη
του άρθρου 10Α του Καταστατικού του ΤΣΠ – ΤΕ
και
εφαρμόζεται μόνο στις
περιπτώσεις που
ρητά αναφέρονται σε αυτήν.
Η διατύπωση της διάταξης
δεν αφήνει περιθώρια για αντίθετες ερμηνευτικές εκδοχές, ότι, δηλαδή, υπάρχει, πέραν των περιπτώσεων, που ρητά αναφέρονται στη
διάταξη, άλλη περίπτωση μείωσης της βασικής σύνταξης.
Άλλωστε, κατ’ αξιωματική επιταγή, expressio
unius
est
exclusio
alterius
(η ρητή αναφορά του ενός, σημαίνει τον αποκλεισμό του άλλου).
2. Προβαίνει σε
αυθαίρετους υπολογισμούς, οι οποίοι δεν προκύπτουν από το άρθρο 10Α ,
και ενώ πουθενά δεν προβλέπεται σε αυτό, πολλαπλασιάζει τη βασική
σύνταξη, ύψους 373 κατά τον χρόνο θέσπισης του άρθρου 10Α, επί τα
έτη που έχει ο ασφαλισμένος μετά την 1-1-2011 και μέχρι τον χρόνο υποβολής
αίτησης για συνταξιοδότηση, και διαιρεί το γινόμενο με το
35 («Βασική σύνταξη χ έτη/35»).
Κατά συνέπεια πρόκειται για
ψευδή ερμηνεία της διάταξης, αλλά και για παραβίαση του διαχρονικής επίδρασης νομικού αξιώματος
«Ubi
lex
voluit
dixit, ubi
noluit
tacuit» (Όπου ο νόμος ήθελε, μίλησε, όπου δεν ήθελε σιώπησε).
Όπου, δηλαδή, υπήρχε πρόθεση του Συμβουλίου Ασφάλισης της Τράπεζας της
Ελλάδας να εφαρμόζεται ειδικός τρόπος υπολογισμού των τμημάτων της σύνταξης,
είτε του τμήματος που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισης μέχρι 31.12.2010, είτε
αυτού που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισης από 1.1.2011 και μέχρι την
ημερομηνία συνταξιοδότησης και το οποίο προκύπτει από το άθροισμα της
βασικής και της αναλογικής σύνταξης, ο τρόπος αυτός υπολογισμού διατυπώνεται
ρητά και με σαφήνεια.
Συμπέρασμα:
Ο ορθός τρόπος απονομής της βασικής σύνταξης, όπως αναλύεται παραπάνω,
καθορίζεται στο ποσό των τριακοσίων εβδομήντα τριών (373) ευρώ μηνιαίως,
για 12 μήνες, αναπροσαρμοζόμενο σύμφωνα με τις διατάξεις
ενώ, μείωση του ποσού αυτού, καθ’ οιονδήποτε τρόπο είναι μη νόμιμη.
Ως προς το δεύτερο ερώτημα:
Στη παρ. 3 του άρθρου 10Α του Καταστατικού του ΤΣΠ – ΤΕ ορίζεται με σαφήνεια ότι:
«3. Αναλογική σύνταξη:
α) Ως μηνιαίες συντάξιμες αποδοχές για τον υπολογισμό της αναλογικής
σύνταξης γήρατος, αναπηρίας και θανάτου, λογίζεται το πηλίκο της διαίρεσης του σ υ ν
ό λ
ο υ των μηνιαίων αποδοχών,
πλην εκείνων του μήνα υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης και χωρίς
υπολογισμό επιδομάτων εορτών και αδείας, που έλαβε ο ασφαλισμένος από
1.1.2011 και επί των οποίων καταβλήθηκαν ασφαλιστικές εισφορές, διά
του αριθμού των μηνών απασχόλησης του ασφαλισμένου εντός της χρονικής
αυτής περιόδου. Η
μηνιαία σύνταξη των ανωτέρω, υπολογίζεται για κάθε πλήρες έτος
ασφάλισης, με βάση ποσοστά επί των προβλεπομένων συντάξιμων αποδοχών
ως ακολούθως:…»
Όπως προκύπτει από τη διάταξη
αυτή, για τον υπολογισμό της αναλογικής σύνταξης λαμβάνεται υπ’ όψη
το «σύνολο των μηνιαίων αποδοχών,
πλην εκείνων του μήνα υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης και χωρίς
υπολογισμό επιδομάτων εορτών και αδείας»,
έτσι δε ουδεμία διαφοροποίηση
επιχειρείται
ως προς την έννοια των «συντάξιμων αποδοχών»
της παρ. 3 του άρθρου 10Α του καταστατικού του πρώην Ταμείου
Συντάξεων της Τράπεζας της Ελλάδος, εάν, δηλαδή, πρόκειται για «συμβατικής προέλευσης» αποδοχές, ή για αποδοχές
«εκ του νόμου», ή εάν αυτές υπολογίζονται επί μηνιαίου μισθού, ή επί του
ωρομισθίου.
Αντιθέτως, το γεγονός, ότι κατά τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών
αποκλείεται ρητώς ο συνυπολογισμός των επιδομάτων εορτών και αδείας,
καταδεικνύει τη βούληση του νομοθέτη να συνυπολογίζονται «το σύνολο των
αποδοχών» εν γένει, χωρίς καμία εξαίρεση, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν
καταβληθεί εισφορές υπέρ σύνταξης.
Αυτή η διατύπωση, εξάλλου, την οποία επέλεξε ο νομοθέτης
είναι απολύτως αντίστοιχη
με αυτήν που περιλαμβάνεται στο Ν. 4387/2016 για τον υπολογισμό της
ανταποδοτικής σύνταξης, στο άρθρο 28 του οποίου ορίζεται, ότι:
« Ανταποδοτική σύνταξη...
2. Ως συντάξιμες αποδοχές για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους σύνταξης κύριας ασφάλισης λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου λαμβάνονται υπόψη:
α. Για τους μισθωτούς, ο μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου καθ` όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού βίου του. Ο μέσος όρος υπολογίζεται ως το πηλίκο της διαίρεσης του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου διά του συνολικού χρόνου ασφάλισής του. Ως σύνολο μηνιαίων αποδοχών που έλαβε ο ασφαλισμένος νοείται το άθροισμα των μηνιαίων αποδοχών που υπόκεινται σε εισφορές, καθ` όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού βίου του...».
Εξάλλου, όπως αναφέρεται και στην αιτιολογική έκθεση επί του άρθρου 28 του ν. 4387/2016: “ Με τις διατάξεις του άρθρου 28 ρυθµίζεται το ανταποδοτικό µέρος της σύνταξης για τους ασφαλισµένους του Κεφαλαίου Γ΄ , το οποίο χορηγείται, εφόσον ο ασφαλισµένος κύριας ασφάλισης θεµελιώσει δικαίωµα σύνταξης λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου. Το ποσό του ανταποδοτικού µέρους της σύνταξης υπολογίζεται βάσει των συντάξιµων αποδοχών και του χρόνου ασφάλισης του ασφαλισµένου, σύµφωνα µε το άρθρο 34 του παρόντος νόµου, καθώς και βάσει των ποσοστών αναπλήρωσης του πίνακα της παραγράφου 4 του άρθρου 8. Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού το ανταποδοτικό µέρος της σύνταξης καθορίζεται κατά δίκαιο και όµοιο µε αυτόν του Κεφαλαίου Β΄ τρόπο, λαµβάνοντας υπόψη το εισόδηµα των ασφαλισµένων καθ ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου. Κατ ’ αυτόν τον τρόπο, η παρούσα ρύθµιση εξασφαλίζει το σύνδεσµο µεταξύ εισφορών, παροχών και εισοδήµατος και, συνακόλουθα, εγγυάται την ισότιµη αντιµετώπιση των ασφαλισµένων βάσει των αρχών της ισονοµίας και της ανταποδοτικότητας, χωρίς ευµενή µεταχείριση ειδικών κατηγοριών. Οι συντάξιµες αποδοχές καθορίζονται ανάλογα µε την κατηγορία, στην οποία ανήκει ο ασφαλισµένος. Ειδικότερα, ως συντάξιµες αποδοχές για τον υπολογισµό του ανταποδοτικού µέρους σύνταξης κύριας ασφάλισης λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου λαµβάνονται υπόψη: α. για τους µισθωτούς, ο µέσος όρος µηνιαίων αποδοχών του ασφαλισµένου καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου. Ο µέσος αυτός όρος υπολογίζεται ως το πηλίκο της διαίρεσης του σ υ ν ό λ ο υ των µηνιαίων αποδοχών δια του συνολικού χρόνου ασφάλισής του. Ως σ ύ ν ο λ ο µηνιαίων αποδοχών που έλαβε ο ασφαλισµένος νοείται το ά θ ρ ο ι σ µ α των µηνιαίων αποδοχών που υπόκεινται σε εισφορές, καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου. Για τον υπολογισµό των συντάξιµων αποδοχών λαµβάνονται υπόψη οι αποδοχές του ασφαλισµένου για κάθε ηµερολογιακό έτος, πλην του τελευταίου έτους ή τµήµατος έτους, κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση συνταξιοδότησης, προσαυξαυνόµενες κατά την ετήσια µεταβολή µισθών, η οποία και υπολογίζεται από την Ελληνική Στατιστική Αρχή. …».
Πέραν αυτών προστίθεται, ότι στο σύνολο των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι ασφαλίζονταν στον e ΕΦΚΑ – πρώην ΙΚΑ ΕΤΑΜ, η ανταποδοτική σύνταξή τους υπολογίζεται βάσει του μέσου όρου του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών τους από 1-1-2002 και μέχρι το χρόνο της συνταξιοδότησης, σ’ αυτές δε τις αποδοχές συμπεριλαμβάνονται αναμφισβήτητα και αμοιβές του ασφαλισμένου από υπερωριακή ή νυχτερινή απασχόληση κλπ, καθώς και τα επιδόματα εορτών και αδείας, εφόσον ο νόμος 4387/2016 ουδεμία εξαίρεση προέβλεψε και ουδέποτε τέθηκε θέμα ερμηνείας ή αμφισβήτησης ως προς την έννοια του συνόλου «των μηνιαίων αποδοχών».
Έτσι, η διάταξη του άρθρου 10Α του
καταστατικού του πρώην “Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού Τραπέζης της
Ελλάδος (ΤΣΠ-ΤΕ)” (Φ11321/57613/2541/16-1-2020 απόφαση του Υπουργού
Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, ΦΕΚ 26/Β/16.01.2020) είναι σαφής και
δεν αφήνει περιθώρια αντίθετων ερμηνειών, εφόσον
είναι πρόδηλη η βούληση του νομοθέτη να προσδιορίσει στις συντάξιμες
αποδοχές «το σ ύ ν ο λ ο εν γένει των μηνιαίων αποδοχών»,
συμπεριλαμβανομένων και των αποδοχών για παροχή κατά τρόπο μόνιμο και
σταθερό υπερωριακής, νυχτερινής κλπ απασχόλησης,
οι οποίες δεν εξαιρούνται, όπως αντιθέτως συμβαίνει με τα επιδόματα εορτών
και αδείας.
Εκ περισσού, άλλωστε,
επισημαίνεται, ότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 653, 666,
679 ΑΚ, της κυρωθείσας με το ν. 3248/1955 με αριθμό 95/1949 Διεθνούς
Σύμβασης «περί προστασίας του ημερομισθίου», των άρθρων 2 της κυρωθείσας με
το ν. 133/1975 από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ και 1 παρ. 1 του ν. 435/1945, συνάγεται
ότι ως «συνήθεις αποδοχές», ταυτιζόμενες εννοιολογικά με τις «τακτικές
αποδοχές», νοούνται ο συμβατικός ή ο νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς
και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος,
που καταβάλλεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, με την
προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της
παρεχόμενης εργασίας.
Έτσι, εφόσον καταβάλλονται τακτικά
και σταθερά και περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, μεταξύ άλλων, η
αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, οι προσαυξήσεις
για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες, το
αντίτιμο τροφής και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού μισθού ή ημερομισθίου
(Ολ. ΑΠ 5/2011, ΑΠ 16/2011, ΑΠ 413/2008, ΑΠ 1057/2007, ΑΠ 146/2006, 52/2017,
1143/2017),
αυτές πρέπει να περιλαμβάνονται και για τον υπολογισμό της σύνταξης,
εφόσον ο νόμος δεν τις εξαιρεί αυτές.
Άλλως,
εάν ο νομοθέτης της διάταξης του άρθρου 10Α ήθελε να
εξαιρούνται οι παραπάνω αποδοχές, προερχόμενες από την παροχή
υπερωριακής ή νυχτερινής κλπ απασχόλησης του μισθωτού και υποκείμενες σε
ασφαλιστικές κρατήσεις, θα έπρεπε να το ορίζει κατά τρόπο
συγκεκριμένο, όπως, εξάλλου, αυτό πράγματι συνέβη και στην ένδικη περίπτωση,
α π ο κ λ ε ι σ τ ι κ ά όμως και μ ό ν ο ν αναφορικά με τα επιδόματα
εορτών και αδείας.
Κατά τα άλλα, δεν παραλείπουμε να επισημάνουμε, ότι η σαφής βούληση του
νομοθέτη στην έννοια των συντάξιμων αποδοχών να περιλαμβάνονται
οι πάσης φύσεως αποδοχές, για τις οποίες καταβλήθηκαν εισφορές από τον
ασφαλισμένο κατά την διάρκεια του εργασιακού του βίου,
είναι απολύτως σύμφωνη με την αρχή της ανταποδοτικότητας, η οποία έχει την
έννοια της κατ' αρχήν ύπαρξης αναλογίας μεταξύ εισφορών και παροχών, ώστε να
διατηρείται και μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, το επίπεδο ζωής
που ο ασφαλισμένος απέκτησε κατά τον εργασιακό του βίο (ΣτΕ 4648/88) και
αυτή η αρχή αντανακλάται και στο Ν. 4387/2016 (βλ. παραπάνω αιτιολογική
έκθεση για την διάταξη του άρθρου 28 Ν. 4387/2016).
Συμπέρασμα:
Εσφαλμένα η Τ.τ.Ε. δεν συνυπολογίζει στις συντάξιμες αποδοχές αυτές, που
κατά μήνα καταβάλλονταν στον ασφαλισμένο για την απασχόλησή του καθ’
υπέρβαση του νόμιμου ωραρίου του, ή για υπερεργασία ή για νυχτερινή
απασχόληση, επί των οποίων (αποδοχών) είχαν μάλιστα διενεργηθεί οι ανάλογες
κρατήσεις υπέρ κλάδου κύριας σύνταξης.
Ως προς το τρίτο ερώτημα:
Ως προς αυτό, στο τμήμα υπολογισμού της σύνταξης αποκλειστικά και μόνον για
το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως και 31-12-2010, η ισχύουσα
την 31-12-2014 διάταξη του άρθρου 2
Ν. 3029/2002 όριζε τα εξής:
«1. Για τις ρυθμίσεις του νόμου αυτού, ως ειδικά Ταμεία
θεωρούνται....
Το Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Τραπέζης Ελλάδος (Τ.Σ.Π.-Τ.Ε.)…....
11.
α. Η μηνιαία σύνταξη όσων έχουν υπαχθεί μέχρι 31.12.1992 στην
ασφάλιση των ειδικών Ταμείων, οι οποίοι συνταξιοδοτούνται από 1.1.2008
και μετά, καθορίζεται σε 1/35 για κάθε έτος ασφάλισης και μέχρι τα 35
έτη και υπολογίζεται :
ι) Για το μέχρι 31.12.2007 χρονικό διάστημα επί των αποδοχών που
λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της σύνταξης, σύμφωνα με τις
ισχύουσες για κάθε φορέα καταστατικές ή γενικές διατάξεις, μη
υπολογιζομένων των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος
αδείας.....
ιι) Για το από 1.1.2008 και εφεξής χρονικό διάστημα, επί του εκάστοτε
ισχύοντος ποσοστού, όπως αυτό προσδιορίζεται στην περ. ε' της παραγράφου
αυτής, του μέσου όρου των αποδοχών τις οποίες έλαβαν κατά τα πέντε πλήρη
έτη που προηγούνται του μήνα που υποβάλλεται η αίτηση για
συνταξιοδότηση.
......
ε. Για όσους συνταξιοδοτηθούν το έτος 2008 το ποσοστό του μέσου όρου
των αποδοχών, με βάση τις οποίες υπολογίζεται η σύνταξη, ορίζεται σε
79%, μειούμενο κατά 1% για καθένα από τα επόμενα έτη συνταξιοδότησης
και μέχρι το 70% για όσους αποχωρούν από το έτος 2017 και μετά.
στ. Μετά την 1.1.2008 το ποσό της
δικαιούμενης σύνταξης αποτελείται από το άθροισμα των δύο ανωτέρω
τμημάτων.......».
Από τη διάταξη αυτή με σαφήνεια προκύπτει, ότι η μηνιαία σύνταξη όσων έχουν
υπαχθεί μέχρι 31.12.1992 στην ασφάλιση των ειδικών Ταμείων, οι οποίοι
συνταξιοδοτούνται από 1.1.2008 και μετά, καθορίζεται σε 1/35 για κάθε έτος
ασφάλισης και μέχρι τα 35 έτη και υπολογίζεται για το από 1.1.2008 και εφεξής χρονικό διάστημα, επί του εκάστοτε ισχύοντος
ποσοστού, όπως αυτό προσδιορίζεται στην περ. ε' της παραγράφου αυτής, του
μέσου όρου των αποδοχών τις οποίες έλαβαν κατά τα πέντε πλήρη έτη που
προηγούνται του μήνα που υποβάλλεται η αίτηση για συνταξιοδότηση.
Με βάση, άλλωστε, την περ. ε της παρ. 11 του άρθρου 2 Ν. 3029/2002:
«ε. Για όσους συνταξιοδοτηθούν το έτος 2008 το ποσοστό του μέσου όρου
των αποδοχών, με βάση τις οποίες υπολογίζεται η σύνταξη, ορίζεται σε
79%, μειούμενο κατά 1% για καθένα από τα επόμενα έτη συνταξιοδότησης και
μέχρι το 70% για όσους αποχωρούν από το έτος 2017 και μετά».
Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, που ίσχυαν μέχρι
την 31-12-2014, το
ποσοστό της σύνταξης για το διάστημα από 1-1-2008 έως και 31-12-2010
ανερχόταν σε 77% και όχι σε ποσοστό
70% που εσφαλμένα υπολογίζει η ΤτΕ
ως φορέας κοινωνικής ασφάλισης και θα ίσχυε μόνο για όσους αποχωρούν από το
έτος 2017 και εν συνεχεία, αν εξακολουθούσαν να ισχύουν οι διατάξεις, που
ρητά καταργήθηκαν την 31-12-2014.
Για τη δικηγορική εταιρεία
Οι δικηγόροι
ΑΝΤΩΝΗΣ ΕΥΑΓ. ΡΟΥΠΑΚΙΩΤΗΣ
ΕΤΑΙΡΟΣ (ΑΜ/ΔΣΑ: 2639)
roupakiotis.lawfirm@gmail.com
ΡΟΥΠΑΚΙΩΤΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΑΜ/ΔΣΑ: 80813)
ΔΙΔΟΤΟΥ 9-11 ⋅
10680 ΑΘΗΝΑ
ΤΗΛ.: 2103624626 ⋅
210 3302872
ΑΦΜ: 996789855 ⋅
ΔΟΥ: Δ΄ ΑΘΗΝΩΝ
ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΙΩΑΝ. ΚΡΙΕΜΑΔΗ
ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ ΧΡ. ΜΑΡΑΓΚΟΥ
ΕΤΑΙΡΟΣ (ΑΜ/ΔΣΑ: 24184)
ΕΤΑΙΡΟΣ (ΑΜ/ΔΣΑ: 24184)
efikriemadi@yahoo.gr e.maragoulaw@gmail.com
ΡΟΥΠΑΚΙΩΤΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΡΟΥΠΑΚΙΩΤΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΑΜ/ΔΣΑ: 80813)
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΑΜ/ΔΣΑ:
80813)
ΔΙΔΟΤΟΥ 9-11 ⋅
10680 ΑΘΗΝΑ ΔΙΔΟΤΟΥ 9-11 ⋅
10680 ΑΘΗΝΑ
ΤΗΛ.: 2103624626 ⋅
210 3302872 ΤΗΛ.: 2103624626 ⋅
210 3302872